Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν η Μ. με προσκάλεσε στο παιχνίδι με τις 5 ερωτήσεις ήταν το βιβλίο της Μαρίας που εντός της επόμενης εβδομάδας θα βρίσκεται στα ράφια και είχα την τιμή να διαβάσω πριν εκδοθεί (Μαράκι δεν το λέω σαν κολακεία, ειδικά για το συγκεκριμένο το εννοώ!).

Θυμάμαι λοιπόν ότι το διάβασα μονορούφι ακριβώς επειδή ήταν η περιήγηση ενός κοριτσιού (όπου «κορίτσι» φυσικά έβαζα εμένα) και η συνάντηση και συνδιάλεξή της με διάφορα πρόσωπα (το υπεραπλουστεύω αλλά για το βιβλίο θα μιλήσω λίαν συντόμως οπότε μην περιμένετε τώρα preview).  

Έτσι σκέφτομαι και τις 5 ερωτήσεις...

Βγαίνω μια συννεφιασμένη μέρα από το σπίτι, στην είσοδο της πολυκατοικίας φοράω τα γυαλιά μου και ανοίγοντας την πόρτα ακούω τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα που περιμένουν το φανάρι να ανάψει. Που να πάω πρώτα; Θα πεταχτώ μέχρι το πανεπιστήμιο.

Περπατάω περνώντας από τον Εθνικό Κήπο και βρίσκω έναν φιλόσοφο να μιλάει σε μια ομάδα νέων παιδιών. Κάθονται αυτά και τον ακούνε με προσήλωση. Εκείνος μιλάει, μιλάει, μιλάει, κάνει κινήσεις με τα χέρια, ερωτήσεις που ξέρει ήδη την απάντηση και σε μια απ' τις λίγες του παύσεις  τον ρωτάω:

Ερώτηση σε έναν φιλόσοφο:
Γιατί φιλοσοφείς και δεν πράττεις;

Συνεχίζοντας περνάω από το Σύνταγμα, χαζεύω λίγο τους Τσολιάδες και τα υπερτραφή περιστέρια και φτάνω μπροστά από το Πανεπιστήμιο. Ένα περίπτερο έχει κρεμάσει εφημερίδες και στέκομαι να διαβάσω στα γρήγορα τα πρωτοσέλιδα.

Ένα χέρι μου ακουμπάει τον ώμο και είναι μια γνωστή φυσιογνωμία από παλιά. Μου ζητάει να πάμε για έναν καφέ αν έχω λίγο χρόνο και δέχομαι γιατί ήταν πολύ φιλικό το χαμόγελό του. Εκεί που μου λέει τα νέα του, του λέω τα δικά μου και πρέπει να λήξει κάπως αυτή η περίεργη συνάντηση τον ρωτάω:

Ερώτηση σε έναν παλιό έρωτα:
Έχω αλλάξει;

Εκείνος το ρίχνει στην εξωτερική αλλαγή και τα παίρνω στο κρανίο.

Σηκώνομαι να φύγω και μια τσιγγάνα με σταματά και μου ζητά να ασημώσω για να μου πει. Την κοιτάζω αγριεμένα και κάνω να φύγω. Με πιάνει από το μανίκι και μου λέει πως «Πρέπει». Της δίνω κάτι και της λέω πως δεν θέλω να μάθω. Εκείνη επιμένει και τότε εγώ, περίεργη καθώς είμαι συνήθως:

Ερώτηση σε ένα μέντιουμ:
Πότε θα 'ρθει;

Την ώρα που ολοκληρώνω την ερώτηση αρχίζει καταρρακτώδης βροχή. Όλοι γύρω τρέχουν και εγώ κατευθύνομαι αργά αργά προς το υπόστεγο απέναντι στην Ιπποκράτους. Μαζί με μένα είναι διάφοροι περαστικοί και μια μαμά κοιτάζει την βιτρίνα με τα παπούτσια ενώ το παιδί με κοιτά και χαμογελά καθώς του κλείνω το μάτι.

Έχει λυθεί το ένα του κορδόνι και το κοιτάζει γεμάτο αγωνία. Σκύβω και το ρωτάω:

Ερώτηση σε ένα παιδί:
Θέλεις να το δέσουμε μαζί;

Η βροχή δεν λέει να σταματήσει. Ξεκινάω μουσκίδι να πάω στην σχολή. Ο βρεγμένος δεν φοβάται την βροχή ;) Μπαίνω μέσα και όλοι με κοιτάνε περίεργα λες και δεν έχουν ξαναδεί άνθρωπο μουσκίδι.

Το μάθημα είναι στον τρίτο όροφο οπότε κάνω μια στάση από τις τουαλέτες του δεύτερου να σκουπίσω την μάσκαρα που σίγουρα έχει τρέξει. Μπαίνω μέσα και περιέργως είναι άδειες. Καθαρίζω το πρόσωπό μου και με κοιτάω. Μικραίνω τα μάτια να κοιτάξω πιο βαθειά και ρωτάω:

Ερώτηση σε έναν καθρέφτη:
Τι έχεις;

(είχα σκοπό να το τελειώσω χιουμοριστικά αλλά ξαφνικά σοβάρεψα... εν ξέρω τι φταίει)

Λοιπόν αν και εγώ το έκανα ιστοριούλα το παιχνίδι επιβάλλει απαντήσεις μόνο στα 5 πρόσωπα και όλα τα άλλα είναι περιττά. Προσκαλώ να κάνουν τις ερωτήσεις τους την Φοίβη, την Βιβή και την Μάνια. Καλή συνέχεια παιδιά :)