H Φοίβη το Φοιβάκη με κάλεσε σε παραμυθένιο παιχνιδάκι
και εγώ θα πω μια ιστοριούλα για την ξαδέλφη μου την Σούλα.


Η Σούλα η Τασούλα είχε ένα τόσο δα σπιτάκι.
Είχε γύρω λουλουδάκια και πολλά μικρά δεντράκια
και στο πλάι μια πισίνα να δροσίζονται τα κρίνα.

Μια μέρα μες τον πάτο είδε βάτραχο βαρβάτο,
τρόμαξε τότε η Σούλα και του χώνει μια κουκούλα.
Το καημένο βατραχάκι είχε γίνει σαν κοράκι.
Μαύρο από τον καημό του, λυπόσουν τον αναστεναγμό του.
Είχε αφήσει στο δασάκι το μικρό του το παιδάκι
και φοβόταν στο σκοτάδι μην βρεθεί σε μαύρο χάλι.

-Άκου με καλή μου Σούλα και βγάλε με απ' την κουκούλα,
να γυρίσω στο παιδί μου την μονάκριβη ψυχή μου

Λύγισε τότε η Σούλα που ζούσε πάντα μοναχούλα
και τον πιάνει απ' το σακάκι να του πει για το παιδάκι.

-Βάτραχε μικρέ και κρύε, όσο εσύ τσαλαβουτούσες,
την αγκαλιά και το φιλί απ' το παιδί σου τα στερούσες.
Δεν σε ένοιαξε λιγάκι που ένα τόσο δα παιδάκι
έμεινε μες το σκοτάδι να το φάνε οι γαϊδάροι;
Πήγαινε να το 'βρεις τώρα, και όταν έρθει εκείνη η ώρα
έλα πίσω στο σπιτάκι να του δώσω ένα γλυκάκι.

Τρέχει ο βάτραχος ευθύς, μία-δύο και δυο και τρεις,
φωνάζει το μικρό του βατραχάκι που είχε κρυφτεί μες το δασάκι.

-Που 'σαι γιε μου, παλικάρι; Σε άφησα το άπονο ρεμάλι.
Έλα πίσω στον μπαμπά σου να ξανάβρεις την χαρά σου.

Πετάγεται τότε το βατραχάκι και του σκάει ένα φιλάκι.
Είχε κρυφτεί μες την λιμνούλα πίσω απ' τα πυκνά τα βούρλα.

-Πατερούλη μου καλέ, που ήσουνα χωρίς εμέ;
Γύρισες για να με βρεις και να με καλοχαρείς;
Έλα να παίξουμε λιγάκι, εδώ πίσω στο παρκάκι.

-Δεν μπορώ παιδί μου τώρα, έχει μπάλα στο Τηλε-Μπόρα.
Παίζει ο βάζελος στην Τούμπα και θα βάλουνε μια θρούμπα.

-Πατερούλη μου μη φεύγεις, θέλω δίπλα μου να μένεις.
Μην μ' αφήνεις μοναχούλι για να μείνω γελαστούλι.

Μάταια δάκρυζε ο μικρός, ο βάτραχος καμαρωτός
πάει να παρακολουθήσει μπάλα δίπλα απ' την στραβή τραμπάλα.

Χάνει ο βάζελος στην Τούμπα και γιορτάζει η τραμπάλα
και ο βάτραχος μεθά απ την μεγάλη του χαρά.
Μια τρεκλίζει και μια πέφτει,
μια σηκώνεται και τρέχει.

Φτάνει μέχρι την πισίνα που δροσίζονται τα κρίνα.
Δίνει μία και πηδά πάλι μέσα στα νερά.
Τον αρπάζει και η Σούλα που είχε μείνει μοναχούλα
και του λέει το και το. Άφησες πάλι παιδί μοναχό.
Σου 'χω νέα κυρ γονιέ, είσαι εύγευστος φλαμπέ.

Βλέπετε η ξαδέλφη μου η Σούλα ήταν και αυτή από λιμνούλα.
Και η δική τους σπεσιαλιτέ είναι βατράχοπόδαρα σωτέ.


Kόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη
δώστε της κλότσο να γυρίσει δικό σας παραμύθι να αρχινήσει

Κατερίνα, Ζέτα, Άγγελε, Μάνο, Μ, Φλογίτσα και Δήμο
ζήσατε εσείς καλά και εμείς καλύτερα :)
(αν δεν το καταλάβατε προσκληθήκατε)